Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

Αναδημοσιευση απο την LIFO

 

ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ 6.12.2020 | 10:24

 

Στις 6 Δεκεμβρίου 1990 ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ένας αναγνωρισμένος ροκ τραγουδοποιός και περφόρμερ, θα έφευγε από την ζωή μόλις στα 42 του. Από τότε πέρασαν 30 χρόνια...  

 

Στην δεκαετία του '90, στην δεκαετία που ακολούθησε τον θάνατό του, υπήρξε μία έκρηξη, όσον αφορά στον τρόπο πρόσληψης τής εικόνας τού Σιδηρόπουλου από τα μίντια, και κατ' επέκταση από τον κόσμο.   Μέσα από ένα μπαράζ δισκογραφικών εκδόσεων, βιβλίων, άρθρων, συνεντεύξεων συνεργατών του, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών –μέχρι και φανταστικές συνομιλίες επινοήθηκαν και εκδόθηκαν, ενώ ανασκαλεύτηκαν, αδιάκριτα, στοιχεία της προσωπικής ζωής του κ.λπ.– επιχειρήθηκε να μετατραπεί ο αείμνηστος Σιδηρόπουλος σ' έναν εγχώριο ροκ «μύθο». Υπήρχε ανάγκη; Μάλλον... Έτσι αποδείχτηκε δηλαδή. 

 

 Μπορεί ο Σιδηρόπουλος να μην ήταν, φυσικά, ο πρώτος Έλληνας από τον ευρύτερο ροκ χώρο που θα έφευγε ξαφνικά από τη ζωή, νέος ακόμη –ο Νικόλας Άσιμος π.χ. είχε πεθάνει και νωρίτερα, το 1988, και νεαρότερος, στα 39 του–, ήταν όμως ο πρώτος, απ' όσο φάνηκε, πάνω στον οποίον θα μπορούσε να στηθεί, να καλλιεργηθεί και να «πιάσει» αυτός ο «μύθος».  

 

Δεν ξέρω πόσο λειτουργεί πλέον ως «μύθος» ο Σιδηρόπουλος, δεν ξέρω πόσο γνωστός είναι πια στη σημερινή νεολαία. Πόσο εμπνέει και πόσο επηρεάζει. Σίγουρα επηρεάζει περισσότερο τους «έντεχνους», παρά όσους κάνουν ροκ, χιπχόπ κ.λπ. Ίσως –έχω αυτή την αίσθηση, και όχι την ψευδαίσθηση– οι πιο νέοι άνθρωποι, οι σημερινοί νέοι, να αποδειχθούν οι ικανότεροι όλων. Να είναι εκείνοι, δηλαδή, που θα τοποθετήσουν τα τραγούδια του εκεί όπου πραγματικά αξίζουν.  

 

 Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, εκτός από το να γράφει τραγούδια, όπως έκαναν και άλλοι πολλοί, ήταν επίσης ένας όμορφος άντρας, δεν περιφρονούσε τα μίντια, «ψάρευε» καλλιτεχνικά και σε άλλους χώρους (στο «έντεχνο» π.χ., μα ακόμη και στο ρεμπετο-λαϊκό), εμφανιζόταν ως ηθοποιός στο σινεμά και την τηλεόραση, στα (κρατικά τότε) κανάλια μιλούσε και έπαιζε όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ενώ και η (οδυνηρή και καταδικαστική) επαφή του με την ηρωίνη, βοήθησε και αυτή τα μάλα στο μεταθανάτιο στήσιμο της μυθοποιημένης «εικόνας», με στοιχεία «καταραμένου καλλιτέχνη», κατ' αναλογίαν με τα εισαγόμενα ροκ-σύμβολα (Jim Morrison, Janis Joplin, Jimi Hendrix).  

 

Τι έχει μείνει από τότε; Δεν είμαι πολύ σίγουρος. Οπωσδήποτε έχουν μείνει τα τραγούδια του, βασικά (βασικά λέμε) αυτά που πρόλαβε να κυκλοφορήσει ο ίδιος ενόσω ζούσε, ορισμένα λόγια του σε συνεντεύξεις, ίσως κάποια κείμενά του, οι τηλεοπτικές και κινηματογραφικές εμφανίσεις του.

 

 Ο ίδιος περιφρουρούσε, όσο μπορούσε, την προσωπική ζωή του –και τις σχέσεις του, και ό,τι άλλο– παρά την έκθεσή του στα μίντια, και επ' αυτού είχε πει κάποτε και σε ανύποπτο χρόνο (περιοδικό Ήχος & Hi-Fi, Μάρτιος 1981) κάτι πολύ συγκεκριμένο:   «Συμβαίνει το εξής παράξενο: ενώ από τη μια μεριά με ηδονίζει και με θέλγει η δημοσιότητα, από την άλλη με τρομοκρατεί, ιδιαίτερα όταν αφορά την προσωπική μου ζωή, που αλλοίμονο έπαψα να έχω άμεση εποπτεία». 

 

 Δυστυχώς, και η προσωπική ζωή του κρεμάστηκε στα μανταλάκια μετά θάνατον και άλλα πολλά και διάφορα συνέβησαν, στα οποία δεν υπάρχει λόγος, τώρα, να σταθούμε και να επεκταθούμε. Εκείνο που θέλω να πω, πριν περάσουμε στο κυρίως μενού, είναι ένα.    

 

  Υπάρχουν διάφοροι... Παύλοι Σιδηρόπουλοι. Ένας είναι ο Σιδηρόπουλος των συγγενών του, των φίλων του, των κολλητών του, των συνεργατών του. Ένας άλλος είναι εκείνος που γνωρίσαμε εμείς, που τον προλάβαμε ζωντανό στα πάλκα και την δισκογραφία. Έχουμε μια εικόνα διαφορετική θέλω να πω (αρκετοί τουλάχιστον από εμάς), από εκείνους που τον «γνώρισαν» μετά θάνατον και τον αποδέχτηκαν ως «μύθο» (και αυτός είναι ένας... τρίτος Παύλος Σιδηρόπουλος, ο μυθοποιημένος). Πιθανώς να υπάρχει κι ένας... τέταρτος Σιδηρόπουλος, πιο «καθαρός» ίσως απ' όλους τους προηγούμενους, που μπορεί να σχετίζεται με το πώς τον αντιλαμβάνονται σήμερα οι νέοι άνθρωποι – οι σημερινοί μαθητές και οι φοιτητές, και όποιοι άλλοι. Δεν ξέρω...   Δεν ξέρω, θέλω να πω, πόσο λειτουργεί πλέον ως «μύθος» ο Σιδηρόπουλος, δεν ξέρω πόσο γνωστός είναι πια στη σημερινή νεολαία. Πόσο εμπνέει και πόσο επηρεάζει. Σίγουρα επηρεάζει περισσότερο τους «έντεχνους», παρά όσους κάνουν ροκ, χιπχόπ κ.λπ. Ίσως –έχω αυτή την αίσθηση, και όχι την ψευδαίσθηση– οι πιο νέοι άνθρωποι, οι σημερινοί νέοι, να αποδειχθούν οι ικανότεροι όλων. Να είναι εκείνοι, δηλαδή, που θα τοποθετήσουν τα τραγούδια του εκεί όπου πραγματικά αξίζουν. Στο σωστό ύψος. Ούτε πιο πάνω, όπως έκαναν όσοι λάτρεψαν τον «μύθο» του στα nineties, ούτε πιο κάτω – σαν κι εμένα και πολλούς άλλους που ξέρω, που δεν υπήρξαμε φαν του και που ανάμεσα στα λίγα σχετικώς τραγούδια που ηχογράφησε, ενόσω ζούσε, βρίσκουμε ακόμη λιγότερα με διαχρονική αξία.   25.3.2019 Οι ποιητές των Εξαρχείων και η σχολή που δημιούργησαν Ο Παύλος Σιδηρόπουλος στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, στην δεκαετία του '80, έδωσε αρκετές συνεντεύξεις σε περιοδικά κι εφημερίδες. Και όχι μόνο σε μουσικά περιοδικά, αλλά παντού, ακόμη και σε ποικίλης ύλης. 

 

 Πολλές απ' αυτές τις συνεντεύξεις, σήμερα, δεν έχουν ενδιαφέρον, είναι επικαιρικές του τότε, ή λέγονται πράγματα χωρίς ιστοριοδιφική αξία. Ξαναδιάβασα, τέλος πάντων, πολλές πριν καταλήξω σ' αυτήν που δόθηκε για το πολιτικό περιοδικό Σχολιαστής (#57, 23 Δεκεμβρίου 1987) στην γνωστή μεταφράστρια και δημοσιογράφο Ιουλία Ραλλίδη, με αφορμή ένα πρόγραμμα που ανέβαζε τότε ο Σιδηρόπουλος στο κλαμπ Rodeo, μαζί με τoν Ζωρζ Πιλαλί και την Κρίστη Στασινοπούλου.

 

  Η συνέντευξη, την οποία θα αναδημοσιεύσουμε, έχει ενδιαφέρον. Θα μπορούσα να σχολιάσω αρκετά απ' αυτά που λέει ο αείμνηστος τραγουδοποιός σε σχέση με το ροκ, το ρεμπέτικο και το blues, αλλά δεν θα το κάνω. Θα παρέμβω μόλις σ' ένα σημείο. Προτείνω, όμως, όλα αυτά να διαβαστούν κριτικά, σημειώνοντας, τέ

 

 — Υπάρχει το επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατό να γραφτεί ροκ εντ ρολ με ελληνικό στίχο. Αυτό έχει αποδειχτεί πια ότι έχει ξεπεραστεί...

 

Σίγουρα έχει ξεπεραστεί, γιατί η Αθήνα είναι ήδη πια παγκόσμιο ξενοδοχείο και στη μουσική έχουμε φαινόμενα όπως ο Fela Kuti, που τραγουδάει στα αφρικάνικα, η Nina Hagen στα γερμανικά, ένα ρώσικο συγκρότημα που τραγουδάει στη γλώσσα του και που ακούσαμε στο Live Aid. Η ελληνική γλώσσα έχει ήδη ταιριάξει στον ρυθμό του ροκ, και αυτό το ίδιο είναι παγκόσμιο φαινόμενο – είναι διεθνιστικό φαινόμενο, μπορούμε να πούμε, δεν έχει εθνικά σύνορα. Δεν έχει εθνική συνείδηση.

 

 — Εσύ, όταν γράφεις ή όταν σκέφτεσαι νοιώθεις τη δέσμευση να αποφασίσεις ποιας γλώσσας λέξη θα βάλεις;

 

 Όχι, καθόλου. Σκέφτομαι πάντα οικουμενικά, παγκόσμια. Υπάρχει η ελληνική ταυτότητα, όμως εμένα η σκέψη μου δεν έχει τέτοια σύνορα. Αυτή τη στιγμή θεωρείται παράδοση ο Αττίκ και ο Χαιρόπουλος – παρ' όλα αυτά η μουσική τους είναι καθαρά γαλλικής κουλτούρας. Τα ρεμπέτικα είναι πάλι τούρκικη-αραβική κουλτούρα και τώρα κυριαρχεί η αγγλοσαξονική κουλτούρα, η δυτική κουλτούρα, με ματζόρε-μινόρε. Το ροκ τελικά έχει όμως και ανατολικά στοιχεία, είναι παγκόσμιο ξενοδοχείο, συγχωνεύει τα πάντα. Σήμερα υπάρχει ροκ που έχει δρόμους δικούς μας, λαϊκούς, αφρικάνικες κλίμακες, ινδικές ragas. 

 

 — Η ρεμπέτικη κουλτούρα έχει σχέση με κρασί, με ούζο...

 

Και με το «μαύρο», με το χασίσι... 

 

 — ...από την άλλη μεριά έχουν γίνει προσπάθειες κι από σένα, που το θυμάμαι όταν το συζητούσες πιο παλιά, να συνενωθεί αυτή η κουλτούρα με το ροκ εντ ρολ...

 

Μουσικά, ναι. Γιατί υπάρχουν οι παλιοί μπλουζίστες, που ο τρόπος ζωής τους μοιάζει πολύ με αυτόν των ρεμπέτηδων, κάτω βέβαια από άλλες συνθήκες και από άλλες εκφραστικές εικόνες. Άλλες φωτογραφίες θα είχαμε με λιμάνια, λουλάδες κ.λπ., κι άλλες θα ήταν οι φωτογραφίες με μπλουζίστες στην Αμερική, με κουνιστές πολυθρόνες, φυτείες και τέτοια. Όμως το feeling είναι το ίδιο. Απ' αυτή την άποψη μπορούμε να πούμε πως οι δυο κουλτούρες έχουν κάποια συγγένεια. Επίσης η blue, η μελαγχολική κλίμακα των μπλουζ μοιάζει με το παράπονο των ρεμπέτηδων και με ορισμένους δρόμους τους. Αν αυτό το σκεφτεί κανείς και μουσικά μπορεί να βγάλει ένα μείγμα –ας το πούμε έτσι– που θα 'ναι όμως δίκοπο μαχαίρι. Μπορεί να βγει κάτι ωραίο ή κάτι τελείως απαράδεκτο. Θα το καταλάβεις μόνο αν το κάνεις στην πράξη, γιατί όπως έλεγε κι ο Lou Reed –και το υποστηρίζω κι εγώ– μεταξύ ιδέας και έκφρασης υπάρχει μια ζωή ολόκληρη. Και στην Ελλάδα πολύς κόσμος έχει κάνει τέτοιες κρούσεις. Προσωπικά έχω ξεχωρίσει τον Νίκο Παπάζογλου, που είναι πιο «ρεμπέτης» απ' όσο θα ήθελα εγώ, και τους Φατμέ (Νίκος Πορτοκάλογλου κ.ά.), που είναι πιο υποτονικοί, απ' όσο θα ήταν η δικιά μου μουσική.     

 

 — Ας κάνουμε μιαν αναδρομή στη μουσική, που άρχισες να κάνεις εσύ. Πότε ξεκίνησες την δισκογραφία;

 

 Ήταν με τα Μπουρμπούλια, σ' ένα 45άρι με τον «Ντάμη τον ληστή», τραγούδι που ήταν μουσικά βασισμένο σε δημοτικές κλίμακες, ακόμη και καθαρά ηπειρώτικες. Λόγω δικτατορίας η λέξη «ληστής» δεν πέρασε (σ.σ. από την λογοκρισία) και βγήκε ως «Ο Ντάμης ο σκληρός». Στην πίσω πλευρά το δισκάκι είχε ένα δωδεκάμετρο ροκ εντ ρολ, το «Απογοήτευση». Όταν πήγαμε να κάνουμε μεγάλο δίσκο το '71 προς '72 φαίνεται ότι ήμασταν πραγματικά εκτός χρόνου. Ο Τάσος Φαληρέας, ο παραγωγός μας, περίμενε την άνωθεν εντολή από τον Αλέξανδρο Πατσιφά, τον διευθυντή της Lyra, αν και ποτέ δεν έμαθα τα παραμέσα. Το ότι δεν έγινε ο δίσκος ήταν μια από τις αιτίες που διαλύσαμε σαν Μπουρμπούλια – ο Βασίλης Ντάλλας μπάσο, ο Νίκος Τσιλογιάννης τύμπανα και ο Παντελής Δεληγιαννίδης ηλεκτρική κιθάρα.   (σ.σ. Αυτό που λέει εδώ ο Σιδηρόπουλος, πως «λόγω δικτατορίας» δεν πέρασε η λέξη «ληστής» στο τραγούδι του δεν ισχύει, αφού ήδη ο Σαββόπουλος είχε ηχογραφήσει κομμάτι με τον τίτλο «Ο παλιάτσος κι ο ληστής», ενώ και στο ίδιο τραγούδι, στον «Ντάμη τον σκληρό», ακούγεται στους στίχους, προς το τέλος, η λέξη «ληστής». Τραγούδι με «ληστή» θα ηχογραφήσει κι ο Γιώργος Νταλάρας το 1972, τον «Λιόντα» των Μ. Λοΐζου - Λ. Παπαδόπουλου. Οπότε τι έγινε; Απλώς οι παραγωγοί τής Lyra, ο Πατσιφάς κι ο Φαληρέας, πρέπει να άλλαξαν από μόνοι τους τον τίτλο του τραγουδιού, σ' έναν δίσκο 45 στροφών, ώστε να είναι πιο εύκολα μεταδόσιμο το τραγούδι από τους παραγωγούς του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης).

 

 — Νομίζω ότι συμμετείχες και σ' ένα άλλο σχήμα, το Δάμων και Φιντίας...

 

 Ναι, πιο πριν, όταν εγώ είμαι στην Θεσσαλονίκη, φοιτητής του Μαθηματικού Τμήματος, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, όπου και πρωτακούω τον Παντελή Δεληγιαννίδη, σαν κιθαρίστα των Olympians τότε. Εκείνος ακούει κυρίως rhythm n' blues, όπως κι εγώ, οπότε αποφασίζουμε να κάνουμε το ντουέτο, με μοτίβα δικά του που ντύνω με στίχους. 

 

 — Κάνατε δίσκο μαζί;

 

 Ναι, στην Αθήνα, με παραγωγό τον Τάσο Φαληρέα, το 1971, στην Lyra. Τo 45άρι «Το ξέσπασμα / Ο κόσμος τους». «Το ξέσπασμα» υπάρχει και στο LP «Φλου», το 1979. Συμμετείχαμε και στο άλμπουμ «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα τραγούδια «Απογοήτευση» και «Ο γέρο Μαθιός» και παίζουμε 1971-72 στο Κύτταρο, μαζί με τους Socrates και τον Εξαδάκτυλο. 

 

 — Στη Θεσσαλονίκη εκτός από μουσική τι άλλο κάνεις; Είμαι φοιτητής τρία χρόνια, από το '67 έως το '70. Δεν πήρα ποτέ πτυχίο, πρώτον, επειδή είχα την εντύπωση ότι έχανα τον καιρό μου, και δεύτερον, γιατί με ενοχλούσε πάρα πολύ εκείνη η εποχή της δικτατορίας. Βρίσκομαι πια σε μια θέση όπου δεν μπορώ να είμαι «μαθητής» με τίποτα – αισθάνομαι ότι πρέπει να εκφραστώ. Ακούω τους μουσικούς και αισθάνομαι συνάδελφος. Αρχίζω να νοιώθω αυτό που αργότερα έγινε παγκόσμια φάση: το «get together». 

 

 Ο Παύλος Σιδηρόπουλος στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, στην δεκαετία του '80, έδωσε αρκετές συνεντεύξεις σε περιοδικά κι εφημερίδες. Και όχι μόνο σε μουσικά περιοδικά, αλλά παντού, ακόμη και σε ποικίλης ύλης.

 

  — Ποια ήταν τα πρώτα συγκροτήματα που σε επηρέασαν; Περισσότερο απ' όλους ο Mick Jagger και οι Rolling Stones. Από μαύρους ο Otis Redding και ο James Brown με τους Famous Flames – φοβερή ρυθμομηχανή

 

.   — Πώς ξεκινάς να γράφεις τραγούδια;

 

 Κατά το '73 αρχίζω να γράφω μουσική και να μαθαίνω κιθάρα – όχι με σκοπό να γίνω κιθαρίστας, αλλά για να μπορώ να τραγουδάω τα τραγούδια στο σπίτι, για δική μου ευχαρίστηση και ταυτόχρονα για να έχω ένα όργανο, που πάνω του να μπορώ να συνθέσω.  

 

— Θέλω να σε ρωτήσω με αφορμή το «Φλου», το πρώτο LP με την Σπυριδούλα, αν είναι εύκολο για έναν ολοκληρωμένο περφόρμερ να συνεργάζεται με γκρουπ, που έχει απόψεις διαφορετικές. Ή είναι πιο απλό να συνεργάζεται ο ίδιος ανά εποχές με μουσικούς στούντιο, ή με επαγγελματίες σε εμφανίσεις, και να τελειώνει εκεί το θέμα;

 

 Πρώτα-πρώτα είναι αδύνατο να παίζεις ροκ εντ ρολ με μουσικούς που δεν εμπιστεύεσαι. Δεν γίνεται τζουκ-μποξ με τίποτα. Οπότε, βασική προϋπόθεση είναι η εμπιστοσύνη σ' αυτούς, όχι μόνο σαν μουσικούς, αλλά και σαν άτομα – το πώς κινούνται. Ο τρόπος που παίζουν στη σκηνή, τα κύματα που δίνουν, όλα αυτά λειτουργούν στο ροκ εντ ρολ. Ο τρόπος συνεργασίας μας με την Σπυριδούλα ήταν ο εξής: εμείς δεχόμαστε τις απόψεις σου κι εσύ τις δικές μας. Αν είχαμε κοινά σημεία, καλώς. Στην ενορχήστρωση των κομματιών έχει «άποψη» η Σπυριδούλα, κάτι που αναφέρεται και στον δίσκο.   

 

— Ήδη από τότε αρχίζεις να μιλάς για ουσίες, για "stuff"...

 

 Δεν είχα εμπειρίες τότε (σ.σ. προφανώς, γιατί τα τραγούδια τού «Φλου» είναι γραμμένα πριν το '78). Η εμπειρία μου με την ηρωίνη υπάρχει στο «Εν Λευκώ», το 1979-80 (σ.σ. τότε άρχισε να γράφει τα συγκεκριμένα τραγούδια, το λέμε γιατί ο δίσκος βγήκε το '82).  η ζωή»... Κοίταξε, μίλησα για μένα. Σε έναν τρίτο τού τα λέω στα ίσα κι ίσως να τον σαρκάζω, όταν λέω «κι ίσως να ξεχαστείς, να λες πως την ελέγχεις / πως ξέρεις τι ζητάς και το γιατί». Τι σημαίνει να ξεχαστείς; Άλλωστε η πρώτη πλευρά του δίσκου τελειώνει με το «Θάνατος».  

 

— Δηλαδή είναι ένα ταξίδι, που μοιραία καταλήγει εκεί;

 

 Εκεί, βέβαια.   — Δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσει κανείς και να νομίσει ότι θα σωθεί; Υπάρχουν περιπτώσεις που έχουν σταματήσει, αλλά είναι οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα – δυστυχώς. Οι περισσότεροι μένουν στο λούκι μια ζωή ολόκληρη.  

 

— Όταν ξεκίνησες εσύ να κάνεις μουσική δεν υπήρχε η σημερινή εξάπλωση των σκληρών ναρκωτικών...

 

 Εκτός από το λαϊκό κύκλωμα. Τότε ήταν διαχωρισμένοι οι ηρωινομανείς λαϊκοί (μπουζούκια, σκυλάδικα) και το κύκλωμα των ηρωινομανών στο ροκ. Αυτά μιξαρίστηκαν από το 1979 και μετά. Στους ρεμπέτες υπήρχε ο Ανέστης Δελιάς, που ήταν πρεζάκι. Η δική μου γενιά είναι της drug culture. Αυτή δεν είχε σχέση με την πρέζα ή με το body building, με τα δύο άκρα. Τώρα βλέπω μπλουζάκια νεαρών με το σύνθημα «no drug generation», έτσι απροκάλυπτα. Η ηρωίνη σαν ναρκωτικό του νευρικού συστήματος το καταστέλλει μέχρι πλήρους αδράνειας. Τότε, στη γλώσσα της ηρωίνης, έχουμε το «νοντάρισμα», το κουτούλημα. Όχι, δεν χρειάζεται ο άνθρωπος να κάνει χρήση ηρωίνης –το λέω κατηγορηματικά, γιατί έχω εμπειρία– δεν αξίζει το τράβηγμα. Είναι πολύ άνισο αυτό που παίρνεις μ' αυτό που δίνεις –πέρα από την πρέζα–, ώστε να ξαναέρθεις σε κάποια ισορροπία. Εκτός αν αποφασίσεις να είσαι σε όλη σου τη ζωή πρεζάκιας, οπότε εκεί δεν ξέρω τι συμβαίνει, δεν μπορώ να πω τίποτα.  

 

— Υπάρχουν ρόκερ που σώθηκαν από την πρέζα, η Marianne Faithfull, ο Iggy Pop, ο Lou Reed...

 

Σώθηκαν... βγήκανε πες, ξε-αρρωστήσανε.  

 

— Το ότι βγαίνουν «καθαροί», συνεχίζουν να κάνουν μουσική, ξαναρχίζοντας από 'κει που ξεκίνησαν...

 

Όχι από 'κει που ξεκίνησαν, αλλά με το παρελθόν της ηρωίνης πια. Αν δεν το πάρεις χαμπάρι αυτό, τότε την έχεις βάψει. Πρέπει να δεχτείς ότι στο δρόμο έχεις χάσει πράγματα, που πιθανώς να μην τα ξαναπάρεις πίσω σε συναισθηματικό, αλλά και σε βιολογικό επίπεδο. 

 

 — Ποια είναι η σχέση τού ροκ εντ ρολ με το «εγώ»; Πόσο σε βοηθάει και πόσο σε φθείρει σαν ρόκερ;

 

 Σαν ρόκερ σε βοηθάει στο ότι ένας άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει το πραγματικό του «εγώ» και να το κάνει περφόρμανς – να το κοινοποιήσει. Και ο Iggy Pop, και ο Mick Jagger, και ο David Bowie έχουν πει «γίνομαι πουτάνα – κοινή». Κοινοποιείς το «εγώ» σου, με τον τρόπο σου. Άρα αυτό γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο του ροκ εντ ρολ. Δεν υπάρχει ροκ αλλιώς. 

 

 — Δεν εμφανίζεται κάποια παγίδα σ' ένα σημείο;

 

Να σου πω ποια. Στην πορεία υπάρχει και το υποσυνείδητο, και επειδή το ροκ έχει αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, σου δίνει το δικαίωμα να πέσεις στο χώρο του υποσυνείδητου, να φτάσεις σε κάποια ανεξέλεγκτη κατάσταση και να συμβούν πράγματα απρόσμενα, τα οποία να μην σχετίζονται με την ζωή, αλλά με τον θάνατο.  


Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

 

Ο,τι ακολουθεί είναι αποσπάσματα από το editorial του περιοδικού «Το Τέταρτο», τεύχος 3, Ιούλιος 1985 –

Δια χειρός Μάνου Χατζιδάκι:

«Τα παιδιά της γαλαρίας» είναι μια φημισμένη ταινία του Καρνέ. Τα δικά μας παιδιά της γαλαρίας είναι κάπως διαφορετικά (…). Τα όνειρα σε τούτα τα παιδιά υπήρξαν κυρίαρχα, σημαντικά και διαψευσμένα.

Στον καιρό της Κατοχής τα μετέπειτα παιδιά της γαλαρίας ζούσαν απάνω στη σκηνή και παίζανε το ρόλο τους, τον όποιο ρόλο τους, έστω και τον πιο μικρό, με αυταπάρνηση, με το αίμα τους, με τη ζωή τους, χωρίς καιροσκοπισμό και ιδιοτέλεια, χωρίς προοπτική ανταλλάγματος. Μ’ ένα μονάχα στόχο, την επαλήθευση ενός επίμονου ονείρου. Και ήταν το όνειρο για μια ελεύθερη ζωή σχηματισμένη μακριά από απάνθρωπους νόμους, από ανάλγητους κρατικούς μηχανισμούς, από εξορίες και φυλακές και εκτελέσεις. Τίποτα δεν έγινε αλήθεια.

Μετά τον πόλεμο κυβέρνησαν τον τόπο ξανά φθαρμένοι άνθρωποι, ανίκανοι να συλλάβουν έστω και στο ελάχιστο απ’ ότι γεννιόνταν κείνο τον καιρό κι αναρριγούσε ολόκληρο τον κόσμο.

Εάν μας λέγαν τότε μερικά από τα ονόματα που κυβερνήσανε κατόπιν ότι θα ξανάβγαιναν στην πολιτική σκηνή να διαφεντέψουνε τη χώρα μας, θα γελούσαμε δίχως τελειωμό με την καρδιά μας. Γιατί πιστέψαμε βαθιά μέσα μας πως όλα αυτά τα ονόματα ήσαν φαντάσματα του παρελθόντος, απόντα στα δύσκολα χρόνια που περνούσαμε, για πάντα απόντα από τον τόπο.

Κι όμως συνέβη αυτό. Ξανάρθανε τα φαντάσματα κι αρχίσαν να πλαστογραφούν γι’ άλλη μια φορά την ελληνική ιστορία. Και τα παιδιά που πολεμήσανε κι ονειρευτήκανε, γίναν παιδιά της γαλαρίας, όσα δεν διώχτηκαν και δεν εξαφανίστηκαν στις φυλακές και στα ξερά νησιά του Αιγαίου. (….)

Τα παιδιά της γαλαρίας δεν ήσαν φαύλα, δεν ήσαν χίτες, δεν ήσαν ανώμαλοι με τον φασισμό στο ‘να πλευρό τους. Δεν συμβιβάστηκαν με τους νικητές Γερμανούς, δεν υπήρξαν «πατριώτες» με το περιεχόμενο του χωροφύλακα και του μπράβου. Είχαν τη σκέψη όργανο, τα μάτια υγρά κι ακούραστα να βλέπουνε τον κόσμο και την ψυχή παρθενική και απροσάρμοστη στη μεταπολεμική ελληνική αθλιότητα. Τα Δεκεμβριανά δεν ήταν αντίδραση κομμουνιστών (…).

Ήταν η αγανάκτηση των παιδιών της γαλαρίας που βλέπαν τους συντρόφους τους και τα όνειρά τους στα φέρετρα, από σφαίρες που ρίξαν δοσίλογοι και φασίστες, φορώντας γαλάζιους μανδύες εθνικοφροσύνης. Και όλα αυτά τα ελληνικά αποβράσματα με την επίσημη υποστήριξη του νεαρού τότε κράτους, είχανε ένα εχθρό: την ψυχή των παιδιών της γαλαρίας.

Εκατομμύρια ελληνικά παιδιά που πιστέψαν στην απελευθέρωση, αλλά βρέθηκαν ευθύς αμέσως απέναντι στον ίδιο χωροφύλακα, στο ίδιο δικαστή, στα ίδια ανάλγητα αρμόδια πρόσωπα που αντιμετώπιζαν πριν λίγο κιόλας χρόνο, όταν ακόμη υπήρχαν Γερμανοί. Και θέλησαν, πριν αποκλειστούν στη γαλαρία τους, να διαμαρτυρηθούν κραυγάζοντας για τελευταία φορά. Κι ύστερα να σωπάσουν – σαράντα χρόνια τώρα (σαράντα χρόνια τα περιέχω μέσα μου και τα δουλεύω για να τα πω κάποια φορά)…”

***

 

Ο τοιχος που εχτιζες για να εισαι ανεξαρτητος

Μεγαλωσε και σε εκλεισε μεσα του

Δεν εφτιαξες πορτα και δεν μπορεις να βγεις

Κι αμα τον σπασεις θα τρομαξουν ολοι

Κατσε μεσα και θα δουμε ...

 

Το κεφαλι μου γυριζει σαν να’χω πιει

Αλλα δεν εχω

Βρηκα πως μεθαν χωρις ποτο

Τωρα μου μενει να βρω πως αγαπαν

αγαπη και γλυτωσα !

 

Θα ‘ μαι πετυχημενος...

 

Ολα χορευουν μεσα μου

θα τα ποτισω να μη σηκωνουν σκονη

και δεν μπορω να δω

 

κοιτα εβγαλα τα γυαλια μου

αλλα δε βλεπω τιποτα παλι

βρεθηκε η συνδεση

με την καρδια μου μαλλον !

 

Νομισες πως ειναι απλα αλλα μονο αυτο δεν ηταν

Τι καταφερες ; παλι μονος εισαι οπως μικρος

Και η καλη νεραιδα εγινε λεμονι

Και συ αλαφιαστηκες,και πονας

Μικρε μου ανοητε ηλιθιε

Νομισες πως η καρδια φτανει

Αλλα δε φτανει ,

 

Πως σκεφτεσαι με την καρδια

Και βλεπεις με την ψυχη ,αυτες δεν εχουν ματια

Μαλακα μου τωρα το καταλαβες

Στραβε!

 

Καταλαβες οτι δεν προλαβαινεις

Οτι περασε η ωρα, και τρεχεις

Ειναι αργα ομως και δε θα τα καταφερεις

 

Μονος σου , με τα ποδια θα γυρισεις

Στο σκοταδι το κιτρινο

Να το ξερεις 

 

Ειναι φιλος το σκοταδι

Σιωπηλος και δε ζηταει πολλα

Ολα τα κρυβει

Δε σε πληγωνει

 

Εσυ ομως να γελας σα ναναι μερα

Σαν να τα βλεπεις

Σαν να τα φανερωνει !

 

 

Αλλοτε μ’ αρεσει να τρεχω

αλλοτε δε μπορω ουτε με εικοσι να παω

αλλοτε δε θελω να σε βλεπω

αλλοτε σ’αγαπαω

 

μια φορα σε ηθελα

μα τωρα ειναι αργα

τι εγινε δεν ξερω

ειμαι στο πουθενα

 

μονο οι νεοι αγαπουν με την καρδια

μα τωρα ειναι αργα

πουληθηκαμε (μεγαλωσαμε)

 

Μου τη δινουν οι διπλοι,

Κολημενοι με κολα, σαν να φοβουνται

Μη μεινουν μονοι και τους φαει ο μπαμπουλας

Υποχωροντας συνεχεια για να μη χασουν

Αυτο που περιμενουν που δε θαρθει ποτε

κι αυτοι το ξερουν και κανουν πως δεν το ξερουν

γιατι αν  το μαθουν τοτε τι θα κανουν ;

 

Οι μερες τρεχουνε

Και τις κυττας σαν αναπηρος

Απο το καροτσακι

Βολτες τη νυχτα, μονος

Η νυχτα ειναι κοκινη και κιτρινη

Το αιμα τρεχει και σκουργιαζει

Στις σωληνες ,το κεφαλι μου γυριζει

Δεν μπορω να σηκωσω το βλεμα μου

Ολα περνουν διπλα ,τιποτα μεσα

Το κεφαλι μου βαραινει

Δεν μπορω να το σηκωσω

Τιποτα διπλα

Ολα ησυχα στην πολη

Ολοι κοιμουνται και κανουν ερωτα

Κι εγω γυρναω γυρω ,να βρω κατι

Που δεν υπαρχει ,που δεν ηρθε ποτε,

Και τωρα ειναι αργα, και πρεπει να κοιμηθω,

Μα μηπως ερθει οταν κοιμαμαι

Και το χασω;νυσταζω ,καληνυχτα.

 

Τι θλιβερο να σε ξυπναν τα σκουπιδιαρικα

Και οχι τα κοκορια.

Τι ασχημο να ζεις στα

Με ζορια.

 Αδιαφορια.


Κουφαλες μονο τη παρτη σας κοιτατε

Με μαυρα γυαλια νυχτα μερα

Τιποτα δεν βλεπετε

 

Ο κοσμος πεθαινει στο μπαλκονι σας

Και σεις βλεπετε ειδησεις

Και τρωτε πατατακια.

 

Σας βλεπω συνεχεια , σας κοιταω

Ν’ αγοραζετε , ν’ αγοραζετε,

να πουλατε , ν’ ανεβαινετε

 

Αμαξι, ρολοι, κινητο

Αυτα σας ανεβαζουν ,

Αυτα σας ριχνουν  κατω

 

 Θα φυγω ομως και μετα θα δειτε

Ο ενας τον αλλο και θα κανετε εμετο

Και θα ψαξετε μαλακες μου αλλα δε

Θα με βρειτε, θα ειμαι μεσα σας !


Σκεψη .

Δως μου μια σπιθα να δωσω την ψυχη μου...

Κλείσ’το παραθυρο… μεινε εδω ,μαζι μου,

σκεπασε με, σ’αγαπω τοσο πολυ….

μα , κι αν δε θελεις … φυγε παλι, οπως ηλθες…

σαν πουλι .....

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

 

Στὴ γυναῖκα μου 

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως νὰ στὸ πῶ,
τ
ὸ καταλαβαίνεις ὅτι σ᾿ ἀγαπῶ.
Κι
ἂν μὲ σὲ κακιώνω στὴ κακή μου ὥρα
κι
ἀρχινᾷ μουρμούρα καὶ κακογλωσσιά,
μο
ῦ ἀρέσει νά ῾χω καὶ ὀλίγη μπόρα,
μο
ῦ ἀρέσει λίγη φουσκοθαλασσιά.

Δίχως πεῖσμ᾿ ἀγάπη, δίχως λίγη πίκρα,
δ
ὲν ἀξίζει διόλου καὶ δὲν ἔχει γλύκα.
Βάστα μου, γυνα
ῖκα, μοῦτρα σοβαρὰ
κα
ὶ κλωστὴ σοῦ κόβω, κάκια σοῦ κρατῶ,
ἐπειδὴ νομίζω πὼς καμμιὰ φορά
κι η πολλ
ὴ μπουνάτσα φέρνει ἐμετό.

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως νὰ στὸ πῶ,
τ
ὸ καταλαβαίνεις ὅτι σ᾿ ἀγαπῶ.
Σ
᾿ ἀγαπῶ μὲ γέλια, μὰ καὶ θυμωμένη
κι
ἂν ποτὲ γυρίζω νὰ ἰδῶ καμμιά,
πάντα
ὅμως κτῆμα ἰδικό σου μένει
ἡ καρδιά μου ὅλη καὶ ...ἡ ἀσχημιά.

 

 

Γεώργιος Σουρης


 


Το Ζειμπεκικο….

 

Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.
Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι' αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί. Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας. Δεν κολλάει στο μάτι. ¨Η είναι θηλυκό ή δεν είναι τίποτα.
Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι, ρίξε μια γλυκιά πενιά, σαν γεμίσω το κεφάλι, γύρνα το στη ζεϊμπεκιά. (Τσέτσης)
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα

Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα του θανάτου η καμπάνα και για μένα. (Τσιτσάνης)
Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου. (Βαμβακάρης)
Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω...Είναι χορός μοναχικός.
Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι' αυτό κάποιοι ανίδεοι διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή».
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν' ανοίξει η γη να μπει».
Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει…


 

Βlowin' in the wind
How many roads must a man walk down
Before you call him a man?
Yes, 'n' how many seas must a white dove sail
Before she sleeps in the sand?
Yes, 'n' how many times must the cannon balls fly
Before they're forever banned?
The answer, my friend, is blowin' in the wind,
The answer is blowin' in the wind.
 
 
How many times must a man look up
Before he can see the sky?
Yes, 'n' how many ears must one man have
Before he can hear people cry?
Yes, 'n' how many deaths will it take till he knows
That too many people have died?
The answer, my friend, is blowin' in the wind,
The answer is blowin' in the wind.
 
 
How many years can a mountain exist
Before it's washed to the sea?
Yes, 'n' how many years can some people exist
Before they're allowed to be free?
Yes, 'n' how many times can a man turn his head,
Pretending he just doesn't see?
The answer, my friend, is blowin' in the wind,
The answer is blowin' in the wind.

 Ανακαλυψη .

       ……..o ιπποτης καλπαζε ελαφρα μεσα στην ομιχλη. Ηταν μια μερα σαν ολες τις αλλες γι αυτον. Τον ελεγαν Sir George Lostgone και μεσα στο πελωριο μαυρο και ανεξερευνητο δασους του Nowerewood ειχε ζησει ολη τη ζωη του.Ισως καποιος αλλος να τρομαζε σ’αυτο το σκοτεινο δασος που περιπλανιοταν χρονια τωρα εκεινος.Αυτος ομως ......μπα.Οι ανθρωποι των γυρω χωριων εκαναν κυκλο για να μην περασουν μεσα απο αυτο το στοιχιωμενο οπως ελεγαν δασος. Πιστευαν οτι ηταν γεματο πνευματα , κακα, και μαγεμενες νεραιδες που εψαχναν αιωνια να βρουν το ταιρι τους. Κι οσο δεν το εβρισκαν τοσο ξεσπουσαν πανω στους διαβατες ,και τους μαγευαν, και τους εκλεβαν τα λογικα η τη φωνη τους....Εκεινος ειχε τον πυργο του σ’αυτο το δασος.Ζουσε μονος με τους λιγους και παραξενους υπηρετες του που κανενας απο τα χωρια δεν συμπαθουσε.Παντα λιγομιλητος και μελαγχολικος , τριγυρνουσε σε κεινο το δασος σαν κατι να εψαχνε..... μα δεν το’ βρισκε ποτε, κι οσο δεν το’βρισκε τοσο πιο αμιλητος γινοταν....

         Ξαφνικα το αλογο σταματησε για λιγο τον καλπασμο του .Σαν να να δισταζε να προχωρησει.Εκεινος χαμενος μεσ’τις σκεψεις του, στην αρχη δεν καταλαβε τι συνεβαινε.Οταν σηκωσε το κεφαλι του ομως.......σαν κατι να φεγγιζε εκει μπροστα......σαν....... νεραιδα ; .Παραξενο .......δεν ειχε ξαναδει τετοιο φως …….Τι να ηταν; ....Γλυκα,  ηρεμησε το αλογο του και προχωρησαν μαζι προς τα ‘κει.Η νεραιδα ....αν ηταν κατι τετοιο δηλαδη , σαν να τρομαξε , κρυφτηκε.Μπα....σκεφτηκε εκεινος....απο ποτε οι νεραιδες κρυβονται ......

        Φτανοντας μπροστα στον βραχο ομως που ειχε κρυφτει η νεραιδα , ειδε οτι ηταν ανθρωπος .Και τι ανθρωπος !.... μια κοπελα !!! ..........

         Τι ομορφη ηταν,..... !!!!! εκεινος βλεποντας την , χαμογελασε μεσα του,  μολις καταλαβε οτι αυτο που φωτιζε απο μακρυα,  και τρομαξε το αλογο του ηταν τα μακρυα κοκκινοξανθα μαλλια της, που την εκαναν να μοιαζει σαν αγγελος μα φωτοστεφανο.Η αρχικη του ομως εκπληξη εγινε απορια σε λιγο οταν σκεφτηκε,πως να βρεθηκε αυτη η κοπελα εκει.Εκεινη φοβισμενη εμενε κρυμενη ακομα πισω απο τον βραχο .Φοβοταν, και με το δικιο της, η σκοτεινη του οψη,  με την πανοπλια του ν’αστραφτει απειλητικα , και το μαυρο αλογο του την φοβιζαν.

           Εκεινος κατεβηκε και της μιλησε :

-          Ποια εισαι ; ...........πως βρεθηκες εδω !.....................

Εκεινη ακουγοντας τη χαμηλη γλυκεια φωνη του , ξεθαρεψε λιγο και προβαλε .

-          Με λενε Lorena , ειπε ....ειμαι η κορη του αρχοντα του Wellcomeback , χαθηκα καλε μου  ιπποτη , μπορεις να με βοηθησεις ;

    Ο ιπποτης  τα’χασε .Τι φωνη ηταν αυτη που ειχε αυτο το πλασμα ; Αληθινο ηταν; Μηπως το εβλεπε στην φαντασια του ;

       Χρονια τωρα οι μονες φωνες που ειχε συνηθισει ν’ ακουει ηταν οι φωνες των υποτακτικων του, για να μην πουμε για τις φωνες που ακουγε στο δασος ,και ετσι του φαινοταν τωρα σαν να ακουγε μουσικη, οταν εκεινη μιλουσε...

        Για λιγο εμεινε αμιλητος,  σαν να μην ηθελε να της απαντησει, μαγεμενος απ’αυτο που εβλεπε,και κεινη νομισε οτι δεν ηθελε να την βοηθησει.

-          Γιατι δεν μιλας ; τον ρωτησε.

       Εκεινος δεν ηξερε τι να πει, καθοταν και την κοιτουσε σαν να εβλεπε ονειρο...

Αυτη τοτε γυρισε απογοητευμενη να φυγει .Τοτε ……σαν να ξυπνησε αυτος….. την επιασε απ’το χερι , φοβηθηκε μη φυγει.....

-          Οχι  γλυκεια κορη , μη φευγεις .......θα σε βοηθησω .....θα κανω οτι θελεις.....

        Επι τελους καταφερε να της χαμογελασει, και αυτο την ηρεμησε λιγακι, και του χαμογελασε κι εκεινη.Την πηρε στ’αλογο του, την εβαλε να κατσει μπροστα του,  και την πηγε στον πυργο του ,στην καρδια του δασους.Ειχε αρχισει να νυχτωνει, μα εκεινος εβλεπε ακομα το φως ,..... ισως να ηταν τα μαλλια της παλι............ισως το φως της καρδιας του που ειχε αναψει .......για καλα ...........................................................to be(?) continued………………


 

Να βγει κανεις ; 


Μεσα στο δικο του κοσμο ,

ο ερωτας ειναι ...κρυμενος

για να βγει θελει προσπαθεια… ,

ειναι λιγο θυμωμενος.

 

μα οταν βγει για να ξεσκασει ,

τοτε... αρχιζουν οι στροφες...

και με  γκαζι τερμα κατω…

δε γλυτωνεις απ’ αυτες...

 

με ταχυτη που ζαλιζει

κανει το δικο του αγωνα

μα στο δρομο, εκει μπροστα του

περιμενει η .....κολωνα

 

στριβει γρηγορα ,

δεν ξερει ,τα περι της…φυσικης,

και μετα κολαει επανω ,

σαν να ηταν.... εραστης !

 

Υστερα... στο ασθενοφορο…

δε μπορει  να κινηθει,

γρηγορα το μετανοιωνει

παει και βλεπει dvd....

 

Αντε τωρα να τον βγαλεις

απο κει να ξεκολησει

τη γλυκεια του ησυχια

αποκλειεται ν’ αφησει.

 

Κι ετσι καθεται κλεισμενος

Μονος του ...κι ευτυχισμενος


 


Το κλουβι.


Κλεισμενος στο κλουβι μου

Εκτιω την ποινη μου

Αυτή που επεβαλα εγω

Ο ιδιος στη ζωη μου

 

Θελω να δραπετεψω

Τι να’ναι  εκει απ’ εξω

Ακουω φωνες βλεπω εικονες

Αληθεια είναι οι γοργονες

 

Θελω να σκασω

Ν’ανατιναχτω

Να σβησω σα φωτοβολιδα

Για μια φορα μονο να δω

Ότι δεν ειδα


 

          

                  Η τζαζ κάνει κακό στην... υγεία

 

 

Πολλά μεγάλα ονόματα της τζαζ έπασχαν από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, όπως απέδειξαν πρόσφατες ιατρικές μελέτες. H ευφυΐα, λένε, βαδίζει μερικές φορές χέρι χέρι με την τρέλα. Και αν μερικοί από τους τζαζ μουσικούς ήταν πραγματικά μεγαλοφυείς, ίσως αυτό να είχε κάποια σχέση με προβλήματα στην ψυχική τους υγεία.

Ο Μάιλς Ντέιβις υπήρξε ένα ηφαίστειο δημιουργικότητας. Ήταν όμως και ένας άνθρωπος με ψυχώσεις, εμμονές και εξαρτήσεις.

Ο καθηγητής Ψυχολογίας από το Στόκπορτ του Μάντσεστερ Τζέφρι Γουίλις μελέτησε τις βιογραφίες 40 μουσικών της τζαζ. Και κατέληξε πως είχαν οκτώ φορές μεγαλύτερες πιθανότητες από άλλους να παρουσιάσουν εξάρτηση από τα ναρκωτικά και τέσσερις φορές περισσότερο ψυχικά προβλήματα. «Δεν προσπαθώ να υποστηρίξω πως όλοι οι μουσικοί της τζαζ είναι τρελοί ή έχουν τέτοια προβλήματα, αλλά πως είναι πιο ευάλωτοι από άλλους σε τέτοια προβλήματα υγείας», δήλωσε ο δρ Γουίλις σχολιάζοντας την έρευνα που δημοσιεύτηκε στην «British Journal of Psychiatry».

Οι μελέτες του επικεντρώνονται σε αυτό που περιγράφει ως «χρυσή εποχή» για την αμερικανική μοντέρνα τζαζ, ανάμεσα στο 1945 και το 1960. Βρήκε, πιο συγκεκριμένα, ότι από τους 40 που έβαλε στο μικροσκόπιο, 4 είχαν οικογενειακό ιστορικό ψυχολογικών παθήσεων. Για παράδειγμα, οι γονείς του σαξοφωνίστα Αρτ Πέπερ ήταν αλκοολικοί, ενώ η μητέρα του Σταν Γκετζ υπέφερε από κατάθλιψη. Περισσότεροι μάλιστα από τους μισούς από αυτούς τους μουσικούς της τζαζ που μελέτησε ο καθηγητής Γουίλις είχαν εθιστεί σε ηρωίνη και σε ναρκωτικά γενικότερα σε κάποιο διάστημα της ζωής τους. Έντεκα από τους μουσικούς της έρευνας παρουσίαζαν προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ. Ο πιανίστας Μπαντ Πάουελ νοσηλεύτηκε εφτά φορές σε ψυχιατρική κλινική και οι γιατροί διέγνωσαν σχιζοφρένεια, ενώ ο Μάιλς Ντέιβις είχε συχνά παραισθήσεις.

ΤΑ ΝΕΑ , 29-09-2003 

 

Η αμφιβολια 


Εγω της στελνω mail-ακια ντροπαλα,

και απο μεσα η φωτια με αφανιζει,

κι εκεινη ολο να χαμογελα,

να μην καταλαβαινει, και να μ’εκνευριζει.

 

Για μια στιγμη το νοιωθω, της αρεσω,

Μετα ,νομιζω οτι ‘μαι ενας απ’τους χιλιους,

Κι οπως περνα και με κοιτα (τοσο γλυκα),

να την σκοτωσω μουρχεται,ισως αυτη ειν’ η λυση.

 

Σαν να μιλαω σε τοιχο ωρες-ωρες.

Βρε, μπας και δε με προσεξε ποτε της ;

μπας κι’ ειναι στο μυαλο μου ολα αυτα,

και ειμαι η καλτσα μονο,

που ενοχλει το κουν-τε-πιε της ; 

 

Ανοιξε νυχτολουλουδο επιτελους,

η Δεσποινα της μοναξιας μου γίνε,

λυσε τα μαγια,  η , ασε με μονάχο,

πες μου μια λεξη και ας ειναι η κακη

γιατι οπως  παμε, σιγουρα με βλεπω,

αυριο-μεθαυριο φυλακη !

07/07/06.



Το μοναχό λουλουδι στην ακρη της αυλης.


Εκεί στην άκρη της αυλής , μικρούλα γλάστρα .

Λουλούδι μέσα μοναχό , όπως τα άστρα.

Ομορφα χρώματα γλυκά , μα στεναχωρημένο.

Το πότιζαν το φρόντιζαν , εκείνο λυπημένο .

Περνούν μπροστα του , ούτε ματιά .

Για να  μυρίσουν μόνο, και να κόψουν .

Εκείνο σαν μην πονά , στο χρέος του , τον κόσμο  αρωματίζει.

Στην ομορφιά  του μόνο του , μα και στη μοίρα του, λύγιζει.

 

Νύχτα πέρασε κάποιος, απ’το άρωμα μαγεύτηκε.

Κοίταξε ολόγυρα, το είδε , το ερωτεύτηκε .

Καθημερνά  περνούσε , το χαιρέταγε .

Κι εκείνο ανθούσε πιο πολύ , στα ουράνια σα να πέταγε.

 

Στα χέρια του όλο χαρά καθόταν ,

Περίμενε το χάδι , τη ματιά του .

Κι όλο ζωή καθημερνά  τον λαχταρούσε ,

Τον καθημερινό , παντοτινό ερωτά του.

 

Περάσαν χρόνια , ήρθαν μπόρες , καταιγίδες

Μαζί , και δίπλα ,πάντα  αγκαλιασμένοι

τα χέρια τους πλεγμένα, αγαπημένοι

Μαζί  και ως το  τέλος τους ,ευτυχισμένοι .

(27/11/2020)