Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

Ειμαι Blogger !

Κάποτε λοιπόν , (στα παλιά τα χρόνια ) ρωτούσαν τα παιδάκια :
- Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις ;

Μια ερώτηση που πια δεν την ακούς και πολύ.

Σήμερα βέβαια τα επαγγέλματα δεν είναι και τα ίδια με χτες .

Αυτό που ακούς συχνά όμως είναι :

- Είμαι Blogger !

Επάγγελμα είναι αυτό αναρωτιέσαι ;

Για μερικούς ίσως .... 

Άραγε θα απαντήσει κάποιο παιδάκι σήμερα : Blogger ;

Παρατηρώντας ότι σήμερα οι νέοι αντιμετωπίζουν το ίντερνετ όπως οι γονείς μας την τηλεόραση κάποτε , μάλλον ναι !

Εξηγούμαι .

Θεωρείται  ίντερνετ σήμερα ως : "o σοφός της διπλανής πόρτας" .

Ξαναεξηγούμαι .

Οι γονείς μας ,δηλαδή για να συνεννοηθούμε , οι γεννηθέντες κάπου λίγο πριν το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο , δεν είχαν μεγαλώσει με την τηλεόραση .Γι αυτό ίσως και δεν μπόρεσαν να την απομυθοποιήσουν . 

Ότι "έλεγε" η τηλεόραση ήταν νόμος .


Βέβαια , τότε στην τηλεόραση ήταν επαγγελματίες .


Ίσως γι αυτά λοιπόν την αντιμετώπιζαν την τηλεόραση με δέος .

Οι σημερινοί λοιπόν 25-30something (sic) , εχουν το ίδιο πρόβλημα !


Κι αυτοί δεν μεγάλωσαν με το ίντερνετ και ισως γι αυτό δεν μπορούν να το δουν με λίγο σκεπτικισμό.

Ισως λοιπόν γι αυτό πιστεύουν οτι είναι κάτι ξεχωριστό .

Ισως γι αυτό ακους πολύ συχνά ,και μάλιστα με ενα ίχνος αυτοθαυμασμού :

Είμαι Blogger !

Φαντάζομαι το έχετε καταλάβει , χωρίς να είμαι τριαντακάτι κι εγω :

Είμαι Blogger !!!



Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2019

Ο πολεμιστης…



Μεσημερι .
Ζεστη .
Καλοκαιρι.

Ο δρομος , χωμα ασπρο .

 Ο μικρος με το κοντο παντελονι του προχωραει θυμωμενος …
Που και που κλωτσαει καμμια πετρα με τα πεδιλακια του.
Παει γρηγορα όπως ταιριαζει στην ηλικια του , θαναι 7 -8 χρονων.
Εχει βρει και κολπο να κλωτσαει την πετρα με την ακρη της σολας του χωρις να χτυπαει τα δαχτυλακια του.

 Το αερακι ζεστο .
Τι να κανεις , κι εκεινο το ανεμακι  το καημενο τι  φταιει . Οταν ξεκινησε από τη θαλασα κατω , θα ηταν κρυο , εδώ , βρηκε ανηφορο θα κουραστηκε κι αυτό , ζεσταθηκε , ιδρωσε !

Στο πλαι του δρομου,  τα σκινα και τα βατα ασπρα , σκονισμενα, σα να τα πασπαλισε κανενας με αχνη ζαχαρη . Ακου τωρα ζαχαρη αχνη ! τι είναι βρε ; Χριστουγεννα ;;

Ως και οι ελιες και μερικα ψηλα πλατανια κι αυτά σκονισμενα , ασπρα , 
φυτρωναν κοντα «στο ρυακι  που κυλουσε κελαριστα» όπως θα ελεγε καποιος  συγραφεας .

Αηδιες !  , εγω νομιζω ότι ότι τα ρυακια και τα μικρα ποταμακια δε τρεχουν  «κελαριστα» ουτε «γαργαριστα»,  ακου σαχλες !
« Χρι - χρι - στα» τρεχουνε βρε ! σιγα μην εχετε δει ποτε ποταμακια ολοι εσεις !
Αει από κει !  Ασχετοι !!

Όταν λεμε κελαριστα εμενα μου θυμιζει  δροσια, σκοταδι κρασι και φαγητο !
Τι δουλεια εχουν αυτά λοιπον με τη ζεστη που εχει εδώ περα τωρα ;;;

Εχει δει κανενας σας κελαρι χτισμενο σε ποταμι πανω ;;;
Χριστος και Παναγια !
Λοιπον , αφηστε τα,  γιατι θα μαλωσουμε …

Κατι τετοια σκεφτοταν ο μικρος (μικρο είναι το ματι σου ρε !) , μεσ’τα νευρα του,
περπατωντας και μονολογουσε :

-          Θα παω να τους βρω , και θα τους δειξω εγω ….ακους εκει να μη παρουν μαζι εμενα …. Ποιον ;;;  εμενα … και να φυγουνε στα κρυφα !

Ο λογος για τη μανα του και τον πατερα του . Ειχαν φυγει πρωι πρωι για την πολη και …(τολμησαν και ) δεν τον πηραν μαζι …Η μανα του τον λυπηθηκε να τον ξυπνησει , «κοιμαται σαν αγγελουδι» ειπε , αστον τωρα είναι κουρασμενο το γλυκο μου , αλλωστε δε παμε για βολτα , για δουλεια παμε , μεχρι να ξυπνησει θα γυρισουμε .

-          Τι ειμαι γω ,να μ’αφησει στη γιαγια; κανενας χαζος , τιποτα μωρο ;; τωρα που θα παω μονος μου με τα ποδια στη πολη θα δουνε !  ,  «πυροβολησε» μολις ξυπνησε και το εμαθε …

Ποιος ειδε το θεο και δε τον φοβηθηκε ! Η γιαγια η καημενη δε μπορεσε να του (αντι)μιλησει καθολου ! Μολις ο «σατραπης» ξυπνησε , εφαγε μια φετα ψωμε με λαδι, (τι γαλα ρε ;; σιγα )  και θυμηθηκε που ελεγαν χθες το βραδυ ότι το πρωι θα πανε στην πολη.

-          ΤΙιιιιι !!!  φυγανε ;;;  , φωναξε σα να σαλπιζε επιθεση στο Ιππικο !

Πηδωντας από την καρεκλα , εφερε ένα γυρο το τραπεζι , η γιαγια παραμερισε τρομαγμενη ,κι εκεινος σταματησε στην πορτα .Ειχε προλαβει να ριξει την καρεκλα κατω,να ξεστρωσει τα μισα χαλακια , με τα τοσο ομορφα σχεδια που εφτειαχνε η θεια στον αργαλιο,και να πεταξει κατω και την  κουβερτουλα που κοιμοτανε το βραδυ .

-          Θα γινει της Κορεας !!  ουρλιαξε .
Το΄λεγε ο πατερας του και το’χε μαθει.Εκανε λιγο να κλαψει , αλλα σκεφτηκε ότι οι αντρες δε κλαινε ,ποσω μαλλον αυτος πια .
Εκανε το κλαμα θυμο και βγηκε τρεχοντας , ολοιδιος ο Τζεκινς Χαν , κλοτσωντας την μαυρη   κοτα, το χηνοπουλο και τρομαζοντας τον Ντορη και εκεινη την καφετια τη φοραδα με την ασπρη βουλα στο μετωπο που και ότι άλλο βρεθηκε απερισκεπτα στο δρομο του . Καλα να παθουν , επρεπε να ξερουν ότι στο δρομο ενός θυμωμενου πολεμιστη δε μπαινει κανενας !  Οριστε μας !

-          Ελα ΄δω παιδι μου , που θα πας , καταφερε να πει  η γιαγια μολις συνηλθε λιγο.
-          Θα γινει της Κορεας ! ακουστηκε από μακρυα η φωνη του στρατηγου , απελπιζοντας την …

………………………………………..

Να’τον λοιπον τωρα,  με βηματα γοργα,  ακομα θυμωμενος να κατεβαινει το δρομο για την πολη .Ετσι ηταν αυτος αμα θυμωνε (και θυμωνε συχνα).
Τοπε … δε τοπε;  ότι θα πει με τα ποδια και μονος του ;; επειδη τοπε λοιπον , θα τοκανε.
 Αμ ‘τι !;  ετσι ;; μονο λογια ;;!!



Ο δρομος όμως , δεν αστειευοταν , ηταν πιο μεγαλος απ’αυτόν .Τοσα χρονια εκει καθισμενος.Το βροχες ειχε φαει , τι ζεστες , τι χιονια το χειμωνα, τιποτα δε τον ειχε κανει ν’αλλαξει πορεια , να παει αλλου ρε παιδι μου .Εκει αυτός,  πιο πεισματαρης απ’ τον μικρο στρατηγο, με τις στροφες του  με τις ανηφορες του, και με τη φοβερη του ζεστη τωρα, καταφερνε αιωνες τωρα να πηγαινει μεχρι την πολη παντα .

Και ...αυτο … το τελευταιο …μαλλον τον κουρασε τον στρατηλατη μας σε λιγο. Τον εκανε να ιδρωσει, τον ζαλισε μ’εκεινον  τον ηλιο που εχει για παρεα,κι αρχισαν του Γιωργακη να του φταινε όλα …
Τα πεδιλα του που ιδρωναν … η μπλουζα του που κολουσε επανω του … ο ιδρωτας που ετρεχε , και τα ποδαρακια του αρχισαν λιγο λιγο να πονανε .
Βλεπεις ανακαλυψε κι αλλους εχθρους, Όχι μονο εκεινους τους φανταστικους όταν επαιζε , κι ολους τους νικαγε.Τουτοι εδώ ηταν αληθινοι,  επιμονοι , ανελεητοι .

Διεταξε λοιπον μικρη αναπαυλα για ανασυνταξη  σε λιγο . Κατω απ΄τη βρυση με το στεγαστρο και τον πλατανο , πηγε να βραχει με το νερο που ηταν κρυσταλο.
Κι όπως ηταν ζεστος κι αμαθος , τον πονεσε το κεφαλι του σα να του το’σφιξαν στη μεγγενη, παγωσαν και μουδιασαν τα μικρα χερακια …
Καθισε λιγο κουρασμενο κι αποκαρδιωμενο . Μολις ξειδρωσε , ξαφνικα κουνηθηκε το στομαχι του.
Οριστε τωρα ! ειχε και πολεμο εκ των εσω .

-          Αχ ! τι γλυκο που είναι το ψωμι με μουστο επανω , συλλογιστηκε ,και οι πατατες οι τηγανιτες με τ’αυγουλακια .

Σαν να μαλακωσε τωρα …

Θυμηθηκε κι εκεινο το «Οπου ναναι θαρθουν γαμπρε μου» που ψελισε η γιαγια λιγο πριν προλαβει ο στραταρχης να θυμωσει.


«ΣΙΓΑ !... μη τρεχουμε τωρα κι από πισω τους σα μικρα παιδακια» σκεφτηκε …

«Ξεχασα και το Γιαννη που του ειχα πει να παμε για πουλια»  ξανασκεφτηκε…

-          Πωω πω! … και δε τελειωσα ακομα τη λαστιχερα μου !  φωναξε και τρομαξε και το νερο !   
-          Εχει γουστο τωρα που λειπω , να την εφτιαξε αυτος τη δικια του πρωτα και να πει πως είναι καλυτερη…!! ,   ακουστηκε μεσ’την ησυχια …

Χωρις να χασει ουτε στιγμη σαλπισε συνταξη και «εδωσε πορεια» για άλλη , σπουδαιοτερη μαχη ειπε … Τι θα θελετε , ενας μαχητης επρεπε παντα να είναι στην πρωτη γραμμη ….
Και σε λιγο τρεχοντας και ξαφυσωντας σαν τραινο εφτασε παλι στο σπιτι του παπου .

-          Ηρθες πουλακι μου ;  συνεφερε το χρωμα της  η γιαγια.
-          Πειναω !  πατατες κι αυγα, γρηγορα , ειπε ο κυριος διοικητης αρπαζοντας την διχαλα από τη Λυγια που ειχε μισοφτειαξει .
-          Τωρα καμαρι μ’ ….αμεσως , σκοτωθηκε η γιαγια .


Πως θα το κανουμε , επρεπε ο Γιαννης να νικηθει !



Ο πλατανος...



Η μερα ηταν φωτεινη κατω στη νεροτριβη.
Οι φλοκατες και τα κιλιμια λιαζονταν ησυχα απ’εξω.
Ο θορυβος απο τη νεροτριβη σκεπαζε ακομα και τζιτζικια , και τα δυο παιδια απεναντι φωναζαν για ν’ακουστουν.
- Ναι αλλα…
- Παμε ρε σου λεω , τι φοβασαι !
- Αντε καλα , αλλα εσυ θα τα πεις !

Στο μικρο περιπτερακι διπλα στα καφενεια του χωριου , ο Γιαννης ειπε:

- Μο’πε ο πατεραςμ ‘ ,  να μ’δω’εις αλλ’ μια τετοια πιπα για τσ’γαρα , σαν κι αυτη που πηρα πριν για το μπαρμπα μ’ το Δμητρη , γιατι την ειδε και τ’αρεσε ,κι δωμ’ κι τρια Εθνος χυμα .


Στο ποταμι σε λιγο …

- Ρε συ… πολλα ψεματα ειπαμε , θα μας πιασουνε …
- Αντε ρε σιγα … αναψε εκει τωρα …

Το πλατανι που ειχε σχεδον καταπιει τα παιδια μεσ’τα φυλώματα του ,πνιγηκε στον καπνο ! Τα παιδια ρουφουσαν με μανια και φυσαγαν δυνατα … «σαν αντρες». 
Μολις τελειωνε το ενα τσιγαρο αναβαν το αλλο με την ιδια γοπα !...
Επρεπε να τελειωσουν γρηγορα «μην ερθει κανενας» !
Τα παιδικα και τρυφερα ρουθουνια τους ,εκαιγαν , τους πονουσαν λιγακι αλλα , δεν πειραζε !, ετσι ειναι οι αντρες …
Δεν ηξεραν να καταπιουν τον καπνο , μονο ρουφουσαν και τον εβγαζαν με δυναμη απ’ το στομα η απ΄τη μυτη .
Σε λιγο τελειωσαν , αλλα , τωρα… τα σπιρτα και τις πιπες τι θα τα’καναν ;

-          Να τα πεταξουμε !
-          Χαζος εισαι μωρε ; και μετα θα ξαναγοραζουμε ; ποσες πιπες θ’αγορασουμε ;

 Σωστα …

-          Να τα κρυψουμε σπιτια μας .
-          Ναι … κι αμα τα βρουνε , να μας σκοτωσουνε !

Εμ.. βεβαια …

-          Να ! , κοιτα , εκει στο περιβολι , στη ντοματια τη μεγαλη διπλα , εχει κατι ψηλα ζιζανια , να τα πεταξουμε εκει , κι οποτε θελουμε , τα παιρνουμε παλε .
-          Κι αμα μας δουνε ;
-          Αααα !!!!  εσυ εισαι πολυ χαζος !, ρε χαμενε ,θα περασουμε ζγα – ζγα , θα πω κι τ’πατερα μ’ οτι ταχα παμε για ντουματες και θα τα ριξουμε με τροπο ρε μαπα !

Λιγο μετα , στο ιδιο περιβολι , στην ιδια ντοματια …

«Α ! ωστε αυτο κανουν τα παλιοπαιδα» .
Σκεφτηκε ο κυρ-Γερασιμος , ο πατερας του Γιαννη , κρατωνας στο χερι του δυο πιπες κι ενα κουτι σπιρτα βρεγμενα
« Ειπα κι ‘γω, ξαφνικα σκεφτηκανε οτι κουραζομαι κι ετρεξαν να με βοηθησουν να μαζεψουμε τς ντουματες …» , χαμογελασε  .


Την αλλη μερα βεβαια …

-          Αφου ιδω τα’χαμε σ’λεω .
-          Ε ! , θα τα πηρε καμια γατα για παιχνιδ’ , παμε κι ετσι ..

Φουντωσε παλι ο καμενος ο πλατανος … πνιγηκε κι αυτος κι αυτοι στον καπνο !
Αυτη τη φορα ομως ηταν πιο εξυπνοι : ανεβηκαν ψηλα σ’ενα κλαρι,
 «εδω ,ουτ’ η Κουτσαργυρω δε μας βλεπ’ » ειπαν …
Κι εκει στο τελευταιο τσιγαρο,  ακουστηκε ενα θροισμα μαζι και μια φωνη …
Αλλα τι φωνη …εμοιαζε να’ρχεται απ’την κολαση , βροντερη και κοφτη ! Ισα να σου κοβει τα ηπατα …

-          ΕΕΕεεε !  τι κανετε αφτου βρε !

……………………………………

Δε καταλαβαν ουτε που πηγε το τσιγαρο που κρατουσαν , ουτε τα σπιρτα ουτε οι πιπες , ουτε πως βρεθηκαν στο αγροτικο ιατρειο να τους ραβουν και τους δενουν
τα σκισιματα και τα γδαρσιματα !!!....

Ενα απο αυτα το’χει ακομα ο Γιαννης , εκει πισω απο το δεξι αυτι , να του θυμιζει πως καποτε κι αυτος βιαζοταν να γινει «μεγαλος» , οπως τωρα προσπαθει , ματαια όμως, να κρατηθει «μικρος» ………