Μεσημερι .
Ζεστη .
Καλοκαιρι.
Ο δρομος , χωμα ασπρο .
Ο μικρος με το κοντο
παντελονι του προχωραει θυμωμενος …
Που και που κλωτσαει καμμια πετρα με τα πεδιλακια του.
Παει γρηγορα όπως ταιριαζει στην ηλικια του , θαναι 7 -8
χρονων.
Εχει βρει και κολπο να κλωτσαει την πετρα με την ακρη της
σολας του χωρις να χτυπαει τα δαχτυλακια του.
Το αερακι ζεστο .
Τι να κανεις , κι εκεινο το ανεμακι το καημενο τι
φταιει . Οταν ξεκινησε από τη θαλασα κατω , θα ηταν κρυο , εδώ , βρηκε
ανηφορο θα κουραστηκε κι αυτό , ζεσταθηκε , ιδρωσε !
Στο πλαι του δρομου,
τα σκινα και τα βατα ασπρα , σκονισμενα, σα να τα πασπαλισε κανενας με
αχνη ζαχαρη . Ακου τωρα ζαχαρη αχνη ! τι είναι βρε ; Χριστουγεννα ;;
Ως και οι ελιες και μερικα ψηλα πλατανια κι αυτά σκονισμενα
, ασπρα ,
φυτρωναν κοντα «στο ρυακι
που κυλουσε κελαριστα» όπως θα ελεγε καποιος συγραφεας .
Αηδιες ! , εγω νομιζω
ότι ότι τα ρυακια και τα μικρα ποταμακια δε τρεχουν «κελαριστα» ουτε «γαργαριστα», ακου σαχλες !
« Χρι - χρι - στα» τρεχουνε βρε ! σιγα μην εχετε δει ποτε
ποταμακια ολοι εσεις !
Αει από κει ! Ασχετοι
!!
Όταν λεμε κελαριστα εμενα μου θυμιζει δροσια, σκοταδι κρασι και φαγητο !
Τι δουλεια εχουν αυτά λοιπον με τη ζεστη που εχει εδώ περα
τωρα ;;;
Εχει δει κανενας σας κελαρι χτισμενο σε ποταμι πανω ;;;
Χριστος και Παναγια !
Λοιπον , αφηστε τα, γιατι θα μαλωσουμε …
Κατι τετοια σκεφτοταν ο μικρος (μικρο είναι το ματι σου ρε
!) , μεσ’τα νευρα του,
περπατωντας και μονολογουσε :
-
Θα παω να τους βρω , και θα τους δειξω εγω ….ακους εκει
να μη παρουν μαζι εμενα …. Ποιον ;;; εμενα
… και να φυγουνε στα κρυφα !
Ο λογος για τη μανα του και τον πατερα του . Ειχαν φυγει
πρωι πρωι για την πολη και …(τολμησαν και ) δεν τον πηραν μαζι …Η μανα του τον
λυπηθηκε να τον ξυπνησει , «κοιμαται σαν αγγελουδι» ειπε , αστον τωρα είναι
κουρασμενο το γλυκο μου , αλλωστε δε παμε για βολτα , για δουλεια παμε , μεχρι
να ξυπνησει θα γυρισουμε .
-
Τι ειμαι γω ,να μ’αφησει στη γιαγια; κανενας χαζος ,
τιποτα μωρο ;; τωρα που θα παω μονος μου με τα ποδια στη πολη θα δουνε ! ,
«πυροβολησε» μολις ξυπνησε και το εμαθε …
Ποιος ειδε το θεο και δε τον φοβηθηκε ! Η γιαγια η καημενη
δε μπορεσε να του (αντι)μιλησει καθολου ! Μολις ο «σατραπης» ξυπνησε , εφαγε
μια φετα ψωμε με λαδι, (τι γαλα ρε ;; σιγα )
και θυμηθηκε που ελεγαν χθες το βραδυ ότι το πρωι θα πανε στην πολη.
-
ΤΙιιιιι !!!
φυγανε ;;; , φωναξε σα να σαλπιζε
επιθεση στο Ιππικο !
Πηδωντας από την καρεκλα , εφερε ένα γυρο το τραπεζι , η
γιαγια παραμερισε τρομαγμενη ,κι εκεινος σταματησε στην πορτα .Ειχε προλαβει να
ριξει την καρεκλα κατω,να ξεστρωσει τα μισα χαλακια , με τα τοσο ομορφα σχεδια
που εφτειαχνε η θεια στον αργαλιο,και να πεταξει κατω και την κουβερτουλα που κοιμοτανε το βραδυ .
-
Θα γινει της Κορεας !!
ουρλιαξε .
Το΄λεγε ο πατερας του και το’χε
μαθει.Εκανε λιγο να κλαψει , αλλα σκεφτηκε ότι οι αντρες δε κλαινε ,ποσω μαλλον
αυτος πια .
Εκανε το κλαμα θυμο και βγηκε
τρεχοντας , ολοιδιος ο Τζεκινς Χαν , κλοτσωντας την μαυρη κοτα, το χηνοπουλο και τρομαζοντας τον Ντορη
και εκεινη την καφετια τη φοραδα με την ασπρη βουλα στο μετωπο που και ότι άλλο
βρεθηκε απερισκεπτα στο δρομο του . Καλα να παθουν , επρεπε να ξερουν ότι στο
δρομο ενός θυμωμενου πολεμιστη δε μπαινει κανενας ! Οριστε μας !
-
Ελα ΄δω παιδι μου , που θα πας , καταφερε να πει η γιαγια μολις συνηλθε λιγο.
-
Θα γινει της Κορεας ! ακουστηκε από μακρυα η φωνη του
στρατηγου , απελπιζοντας την …
………………………………………..
Να’τον λοιπον τωρα, με βηματα γοργα, ακομα θυμωμενος να κατεβαινει το δρομο για την
πολη .Ετσι ηταν αυτος αμα θυμωνε (και θυμωνε συχνα).
Τοπε … δε τοπε; ότι
θα πει με τα ποδια και μονος του ;; επειδη τοπε λοιπον , θα τοκανε.
Αμ ‘τι !; ετσι ;; μονο λογια ;;!!
Ο δρομος όμως , δεν αστειευοταν , ηταν πιο μεγαλος απ’αυτόν
.Τοσα χρονια εκει καθισμενος.Το βροχες ειχε φαει , τι ζεστες , τι χιονια το
χειμωνα, τιποτα δε τον ειχε κανει ν’αλλαξει πορεια , να παει αλλου ρε παιδι μου
.Εκει αυτός, πιο πεισματαρης απ’ τον
μικρο στρατηγο, με τις στροφες του με
τις ανηφορες του, και με τη φοβερη του ζεστη τωρα, καταφερνε αιωνες τωρα να
πηγαινει μεχρι την πολη παντα .
Και ...αυτο … το τελευταιο …μαλλον τον κουρασε τον
στρατηλατη μας σε λιγο. Τον εκανε να ιδρωσει, τον ζαλισε μ’εκεινον τον ηλιο που εχει για παρεα,κι αρχισαν του
Γιωργακη να του φταινε όλα …
Τα πεδιλα του που ιδρωναν … η μπλουζα του που κολουσε επανω
του … ο ιδρωτας που ετρεχε , και τα ποδαρακια του αρχισαν λιγο λιγο να πονανε .
Βλεπεις ανακαλυψε κι αλλους εχθρους, Όχι μονο εκεινους τους
φανταστικους όταν επαιζε , κι ολους τους νικαγε.Τουτοι εδώ ηταν αληθινοι, επιμονοι , ανελεητοι .
Διεταξε λοιπον μικρη αναπαυλα για ανασυνταξη σε λιγο . Κατω απ΄τη βρυση με το στεγαστρο
και τον πλατανο , πηγε να βραχει με το νερο που ηταν κρυσταλο.
Κι όπως ηταν ζεστος κι αμαθος , τον πονεσε το κεφαλι του σα
να του το’σφιξαν στη μεγγενη, παγωσαν και μουδιασαν τα μικρα χερακια …
Καθισε λιγο κουρασμενο κι αποκαρδιωμενο . Μολις ξειδρωσε ,
ξαφνικα κουνηθηκε το στομαχι του.
Οριστε τωρα ! ειχε και πολεμο εκ των εσω .
-
Αχ ! τι γλυκο που είναι το ψωμι με μουστο επανω ,
συλλογιστηκε ,και οι πατατες οι τηγανιτες με τ’αυγουλακια .
Σαν να μαλακωσε τωρα …
Θυμηθηκε κι εκεινο το «Οπου ναναι θαρθουν γαμπρε μου» που
ψελισε η γιαγια λιγο πριν προλαβει ο στραταρχης να θυμωσει.
«ΣΙΓΑ !... μη τρεχουμε τωρα κι από πισω τους σα μικρα
παιδακια» σκεφτηκε …
«Ξεχασα και το Γιαννη που του ειχα πει να παμε για
πουλια» ξανασκεφτηκε…
-
Πωω πω! … και δε τελειωσα ακομα τη λαστιχερα μου ! φωναξε και τρομαξε και το νερο !
-
Εχει γουστο τωρα που λειπω , να την εφτιαξε αυτος τη
δικια του πρωτα και να πει πως είναι καλυτερη…!! , ακουστηκε μεσ’την ησυχια …
Χωρις να χασει ουτε στιγμη σαλπισε συνταξη και «εδωσε
πορεια» για άλλη , σπουδαιοτερη μαχη ειπε … Τι θα θελετε , ενας μαχητης επρεπε
παντα να είναι στην πρωτη γραμμη ….
Και σε λιγο τρεχοντας και ξαφυσωντας σαν τραινο εφτασε παλι
στο σπιτι του παπου .
-
Ηρθες πουλακι μου ;
συνεφερε το χρωμα της η γιαγια.
-
Πειναω ! πατατες
κι αυγα, γρηγορα , ειπε ο κυριος διοικητης αρπαζοντας την διχαλα από τη Λυγια
που ειχε μισοφτειαξει .
-
Τωρα καμαρι μ’ ….αμεσως , σκοτωθηκε η γιαγια .
Πως θα το κανουμε , επρεπε ο Γιαννης να νικηθει !
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου